Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1995 in literature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1995 in literature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Blasted (1995) της Sarah Kane


Το σοκ που είχε προκαλέσει το συγκεκριμένο έργο όταν πρωτοανέβηκε δεκαέξι χρόνια πριν δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό. Πρόκειται για ένα έργο πρωτοφανούς βίας, λεκτικής και ακόμα περισσότερο σωματικής, έργο ωμό και σκληρό σε βαθμό απερίγραπτο και ίσως και ανεπανάληπτο. Βαδίζοντας από τη μια πάνω στην αγγλική θεατρική παράδοση της ωμότητας επί σκηνής (ορισμένα έργα του Σαίξπηρ, αλλά ακόμα περισσότερο τα αιμοσταγή, γεμάτα ακρωτηριασμούς και βίαιους φόνους έργα των συγχρόνων του κατά την ελισαβετιανή και ιακωβιανή εποχή) και από την άλλη έχοντας επιρροές από το θέατρου του Παραλόγου - όπως και στο θέατρο του Μπέκετ οι χαρακτήρες της είναι αποδιαρθρωμένοι και τεμαχισμένοι γλωσσικά, ανίκανοι να επικοινωνήσουν με ολόκληρες, απόλυτα ταιριαστές φράσεις - η Κέιν εγκαινίασε με αυτό το έργο μία ολόκληρη νέα σκηνή, το σπουδαιότερο πράγμα που βγήκε από το θέατρο των 90s: το διαβόητο In-Yer-Face-Theatre.

Η συγκεκριμένη θεατρική σχολή, που κυριότεροι εκφραστές του είναι η Κέιν και ο Μαρκ Ρέιβενχιλ, στοχεύει στο να κινητοποιήσει τον θεατή και να τον ταράξει, να τον συγκλονίσει, να κρατήσει το ενδιαφέρον του, με το να τον βομβαρδίσει με αλλεπάλληλες σκηνές βίας, όλων των ειδών, σκηνές ωμότητας, φρικαλεότητας, απανθρωπιάς. Κυριολεκτικά ένα θέατρο "μέσα στα μούτρα σου", όπου κανείς, ούτε και ο πιο απαθής και νυσταλέος, επαναπαυμένος θεατής, δεν μπορεί να ξεφύγει. Είναι ένα θέατρο τρομερά προκλητικό και επιτηδευμένα σοκαριστικό, που απαιτεί - και έχει πάντα - την προσοχή του θεατή. Ωστόσο, αυτή η προκλητικότητά του τροφοδότησε εύλογα και αρνητικές αντιδράσεις, αφού πολύ εξέλαβαν τη σκληρότητα των έργων της Κέιν σαν μία εφηβική προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή με φτηνά κόλπα, με ωμό σεξ και βία, προκειμένου να δημιουργήσει πάταγο. Όσοι το πίστεψαν αυτό, στην πορεία παραδέχτηκαν το λάθος τους και αναθεώρησαν. Γιατί το θέατρο της Κέιν δεν είναι "βία για τη βία". Τα έργα της έχουν μήνυμα βαθύ, που χτυπά κατευθείαν στην ψυχή. Και η βία, αν και πανταχού πληρούσα, δεν είναι ποτέ ωραιοποιημένη και καρτουνίστικη, όπως π.χ. στον κινηματογράφο, αλλά απογυμνωμένη, αφτιασίδωτη, δείχνοντας το πραγματικό, απωθητικό πρόσωπό της.

Η δράση του έργου αυτού - του παρθενικού για την Κέιν - εκτυλίσσεται σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου μένει ένα ζευγάρι εραστών. Αυτό που αρχικά μοιάζει με τυπικό δράμα δωματίου-χαρακτήρων, μετατρέπεται στην πορεία σε ένα έργο-βόμβα (κυριολεκτικά και μεταφορικά), με την Κέιν να κάνει μία συγκλονιστική κατάθεση γύρω από τη φύση της βίας και της εξουσίας, επηρεασμένη μάλιστα από τον τότε επίκαιρο πόλεμο της Βοσνίας. Οι ήρωες σταδιακά αποκτηνώνονται, αγριεύουν, χάνουν την αξιοπρέπεια, την ηθική ή σωματική ακεραιότητά τους, καταρρακώνονται, κατακερματίζονται σε μια πιο εφιαλτική εκδοχή της μπεκετικής αποδόμησης. Ένα έργο της αγριότητας, ένα έργο που κυριολεκτικά εκρήγνυται πάνω σου σαν βόμβα. Ένα έργο που άλλαξε τον ρου της σύγχρονης δραματουργίας. Το έργο που ταρακούνησε από τον λήθαργό του τον καλοβολεμένο, αποχαυνωμένο δυτικό κόσμο.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Deathripping: The Cinema of Transgression (1995) του Jack Sargeant



Το σχετικά άγνωστο στην Ελλάδα, νεοϋορκέζικο κινηματογραφικό κίνημα Cinema of Transgression (Σινεμά της Παραβατικότητας) εξετάζει το συγκεκριμένο βιβλίο, μέσα από μία σειρά από διεισδυτικές και ενδελεχείς αναλύσεις, συνεντεύξεις, ακόμα και δοκίμια. Επίγονος, κατά κάποιο τρόπο, του επίσης νεοϋορκέζικου και επίσης underground σινεμά των Άντι Γουόρχολ-Πολ Μόρισεϊ, που έδρασε στα τέλη του '60 και αρχές του '70 και που έσπευσε, πρώτο, να παρουσιάσει στο πανί απαγορευμένα θέματα, έτσι και το Cinema of Transgression, που αναπτύχθηκε κυρίως κατά τη δεκαετία του' 80, στοχεύει στο να ταρακουνήσει τον θεατή, με θεματολογία ωμή, προκλητική, επιθετική, στοχευμένα αμφιλεγόμενη, με έμφαση στη βία και στο σεξ στις "αποκκλίνουσες" μορφές του.

Ο Sargeant έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Έχοντας δει ορισμένες από τις υπό συζήτηση ταινίες, τολμώ να πω πως τα κείμενα του Sargeant πάνω σε αυτές και οι θεωρητικές προσεγγίσεις του είναι συχνά πιο ενδιαφέροντα από το ίδιο το υπό ανάλυση υλικό. Πέραν κάποιων σποραδικών προσπαθειών για άντληση θεωρητικών εργαλείων από μεταστρουκτουραλιστές-μεταμοντέρνους φιλοσόφους όπως οι Φουκό-Λακάν, ο Sargeant μένει, ευτυχώς, μακριά από τα δαιδαλώδη και νεφελώδη μονοπάτια της σύγχρονης γαλλικής σχολής και αντ' αυτού παραδίδει κείμενα απολαυστικά, γλαφυρά, εξαιρετικά καλογραμμένα, με μία τάση βέβαια overreading του υλικού, εντοπίζοντας θαυμάσιες σημειολογικές αναφορές που ίσως ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί των ταινιών να μην προόριζαν για το έργο τους! Εκτός από τις θαυμάσιες αναλύσεις του Sargeant, το βιβλίο έχει δύο ακόμα τεράστια ατού: τις "έξω από τα δόντια" συνεντεύξεις που ο δημοσιογράφος κατάφερε να αποσπάσει από όλους τους κύριους εκφραστές του κινήματος - οι περισσότεροι στα μαχαίρια μεταξύ τους! - και, κυρίως, το πλούσιο, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, publicity shots και stills από τις ταινίες που από μόνο του ολοκληρώνει και απογειώνει την εμπειρία ανάγνωσης του βιβλίου. Σπάνια ένα βιβλίο κινηματογραφικής ανάλυσης λειτουργεί σε τόσο ολοκληρωμένο επίπεδο. Κυριολεκτικά σε κάνει να ερωτευθείς το Cinema of Transgression και να μυηθείς στα μυστήριά του. (Παρεμπιπτόντως, έχουν κυκλοφορήσει δύο αναθεωρημένες εκδόσεις του βιβλίου, το 2000 και 2007).