Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Works by female authors. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Works by female authors. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Blasted (1995) της Sarah Kane


Το σοκ που είχε προκαλέσει το συγκεκριμένο έργο όταν πρωτοανέβηκε δεκαέξι χρόνια πριν δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό. Πρόκειται για ένα έργο πρωτοφανούς βίας, λεκτικής και ακόμα περισσότερο σωματικής, έργο ωμό και σκληρό σε βαθμό απερίγραπτο και ίσως και ανεπανάληπτο. Βαδίζοντας από τη μια πάνω στην αγγλική θεατρική παράδοση της ωμότητας επί σκηνής (ορισμένα έργα του Σαίξπηρ, αλλά ακόμα περισσότερο τα αιμοσταγή, γεμάτα ακρωτηριασμούς και βίαιους φόνους έργα των συγχρόνων του κατά την ελισαβετιανή και ιακωβιανή εποχή) και από την άλλη έχοντας επιρροές από το θέατρου του Παραλόγου - όπως και στο θέατρο του Μπέκετ οι χαρακτήρες της είναι αποδιαρθρωμένοι και τεμαχισμένοι γλωσσικά, ανίκανοι να επικοινωνήσουν με ολόκληρες, απόλυτα ταιριαστές φράσεις - η Κέιν εγκαινίασε με αυτό το έργο μία ολόκληρη νέα σκηνή, το σπουδαιότερο πράγμα που βγήκε από το θέατρο των 90s: το διαβόητο In-Yer-Face-Theatre.

Η συγκεκριμένη θεατρική σχολή, που κυριότεροι εκφραστές του είναι η Κέιν και ο Μαρκ Ρέιβενχιλ, στοχεύει στο να κινητοποιήσει τον θεατή και να τον ταράξει, να τον συγκλονίσει, να κρατήσει το ενδιαφέρον του, με το να τον βομβαρδίσει με αλλεπάλληλες σκηνές βίας, όλων των ειδών, σκηνές ωμότητας, φρικαλεότητας, απανθρωπιάς. Κυριολεκτικά ένα θέατρο "μέσα στα μούτρα σου", όπου κανείς, ούτε και ο πιο απαθής και νυσταλέος, επαναπαυμένος θεατής, δεν μπορεί να ξεφύγει. Είναι ένα θέατρο τρομερά προκλητικό και επιτηδευμένα σοκαριστικό, που απαιτεί - και έχει πάντα - την προσοχή του θεατή. Ωστόσο, αυτή η προκλητικότητά του τροφοδότησε εύλογα και αρνητικές αντιδράσεις, αφού πολύ εξέλαβαν τη σκληρότητα των έργων της Κέιν σαν μία εφηβική προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή με φτηνά κόλπα, με ωμό σεξ και βία, προκειμένου να δημιουργήσει πάταγο. Όσοι το πίστεψαν αυτό, στην πορεία παραδέχτηκαν το λάθος τους και αναθεώρησαν. Γιατί το θέατρο της Κέιν δεν είναι "βία για τη βία". Τα έργα της έχουν μήνυμα βαθύ, που χτυπά κατευθείαν στην ψυχή. Και η βία, αν και πανταχού πληρούσα, δεν είναι ποτέ ωραιοποιημένη και καρτουνίστικη, όπως π.χ. στον κινηματογράφο, αλλά απογυμνωμένη, αφτιασίδωτη, δείχνοντας το πραγματικό, απωθητικό πρόσωπό της.

Η δράση του έργου αυτού - του παρθενικού για την Κέιν - εκτυλίσσεται σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου μένει ένα ζευγάρι εραστών. Αυτό που αρχικά μοιάζει με τυπικό δράμα δωματίου-χαρακτήρων, μετατρέπεται στην πορεία σε ένα έργο-βόμβα (κυριολεκτικά και μεταφορικά), με την Κέιν να κάνει μία συγκλονιστική κατάθεση γύρω από τη φύση της βίας και της εξουσίας, επηρεασμένη μάλιστα από τον τότε επίκαιρο πόλεμο της Βοσνίας. Οι ήρωες σταδιακά αποκτηνώνονται, αγριεύουν, χάνουν την αξιοπρέπεια, την ηθική ή σωματική ακεραιότητά τους, καταρρακώνονται, κατακερματίζονται σε μια πιο εφιαλτική εκδοχή της μπεκετικής αποδόμησης. Ένα έργο της αγριότητας, ένα έργο που κυριολεκτικά εκρήγνυται πάνω σου σαν βόμβα. Ένα έργο που άλλαξε τον ρου της σύγχρονης δραματουργίας. Το έργο που ταρακούνησε από τον λήθαργό του τον καλοβολεμένο, αποχαυνωμένο δυτικό κόσμο.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Houston, Houston, Do You Read? (1976) της James Tiptree Jr.



Ελληνιστί: Χιούστον, Χιούστον, Με Λαμβάνεις;

Η δυστοπία είναι κατεξήν θεματικός άξονας της επιστημονικής φαντασίας. Σκοτεινοί κόσμοι του μέλλοντος, κοντινού και απώτερου, όπου η κοινωνική δομή έχει με κάποιο τρόπο διαστρεβλωθεί - και ποτέ με ευχάριστο τρόπο. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και αυτή η νουβέλα της Τζέιμς Τίπτρι Τζούνιορ, μία κατάμαυρα αστεία, ειρωνική, μα και σπαρακτική δυστοπία, στην οποία τρεις άντρες αστροναύτες έρχονται σε επαφή με ένα σκάφος γεμάτο με γυναίκες. Εξαρχής γίνεται φανερό ότι υπάρχει κάποιο μυστήριο που περιμένει να λυθεί, αφού οι γυναίκες φαίνονται να κρύβουν κάποιο φοβερό μυστικό από τους άντρες. Και καθώς η νουβέλα προχωράει στην κατάληξή της και το μυστήριο επιτέλους ξεδιαλύνεται, ο αναγνώστης μένει παγωμένος - ακριβώς το συναίσθημα που θα ήθελε να προκαλέσει η Τίπτρι Τζούνιορ.

Πρόκειται για μία μάλλον φεμινιστική νουβέλα επιστημονικής φαντασίας, όπου η Τίπτρι Τζούνιορ - γνωστή για τον σκοτεινό χαρακτήρα των ιστορίων της - δείχνει τους τρεις πρωταγωνιστές να αναλίσκονται σε συμπεριφορές φαλλοκρατικές, ανόητες, υπεροπτικές, μέσα στην αγωνία τους να καταλάβουν τι συμβαίνει, ελπίζοντας να βγάλουν μία άκρη με το να αρπαχτούν από τους ρόλους και τις στάσεις που θεωρούν ως αρμόζουσες για το φύλο τους. Ταυτόχρονα, οι αλλόκοτα ψυχρές και συνάμα παραξενεμένες γυναίκες παρατηρούν, σχεδόν με επιστημονική περιέργεια, τη συμπεριφορά των τριών ανδρών. Και όλα αυτά στο εσωτερικού ενός παγωμένου, κλειστοφοβικού σκάφους. Η Τίπτρι δεν προσφέρει εύκολες λύσεις ούτε παίρνει κάποια θέση στην αιώνια μάχη των δύο φύλων. Η δυστοπία της είναι απλά ο δικός της ανησυχητικός, τρομακτικός, απάνθρωπος τρόπος της να μας καταδείξει τους παραλογισμούς και τη στενομυαλιά των φύλων και του ανθρώπου γενικότερα.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

La Casa de los Espíritus (1982) της Isabel Allende


Ελληνιστί: Το Σπίτι των Πνευμάτων

Υπόδειγμα μαγικού ρεαλισμού, το παρθενικό μυθιστόρημα της Ιζαμπέλ Αλιέντε ακολουθεί την ιστορία μίας οικογένειας στη Χιλή, από τις πρώτες δεκαετίες του 20υ αιώνα, μέχρι και τη δεκαετία του '70 - μία ταραχώδης, τρικυμιώδης πορεία που περνά μέσα από έρωτες, μίση, πάθη, σκάνδαλα, πολιτικές αναταράξεις, μεταφυσικά γεγονότα και απροσδόκητα συμβάντα.

Αν και η άνωθι περιγραφή φαίνεται να υποβιβάζει το μυθιστόρημα σε σαπουνόπερα, κάθε άλλο παρά αυτό είναι. Με την πανέμορφη, γεμάτη αισθησιασμό γλώσσα της, που διαπνέεται τόσο από σεβασμό για τα μυστήρια και τους θρύλους της χώρας της, όσο και από οργή για τα όσα υπέφερε η Χιλή το 1973, η Αλιέντε παραδίδει ένα έργο-τοιχογραφία της χιλιοβασανισμένης πατρίδας της, βουτηγμένο στο αίμα, τον έρωτα, τα μαγικά βότανα, τις άγριες χειρονομίες και τις αιθέριες υπάρξεις. Η μεγάλη δύναμη του βιβλίου εντοπίζεται στους θαυμάσιους χαρακτήρες, όλοι τους έντονες, δραματικές φιγούρες που άγονται και φέρονται από τα πάθη τους ή τα εσωτερικά τους μυστήρια. Είναι βέβαια οι γυναίκες, οι γυναικείοι χαρακτήρες που αποτελούν το συναισθηματικό κέντρο των καταστάσεων και στις οποίες χαρίζει τα ωραιότερα κομμάτια του βιβλίου η Αλιέντε - στην εισαγωγή, αφιερώνει το βιβλίο σε γυναίκες. Ενώ οι άντρες του βιβλίου περιορίζονται σε ρόλους δυναστών ή εραστών (και μερικές φορές επαναστατών), οι γυναίκες περιφέρονται, σαν νεράιδες, άγγελοι, αγίες, μύστες ή μάρτυρες, και διαμορφώνουν τη συναισθηματική, μεταφυσική, ασυνείδητη δράση του έργου. Και καταφέρνουν τον σκοπό τους: σε στοιχειώνουν. Αν και ολόκληρη η εποποιία της οικογένειας Τρουέμπα μένει μαζί σου όταν τελειώνει το έργο και δεν ξεχνάς ούτε στιγμή της, είναι τα φαντάσματα της Κλάρα, της Ρόζα, της Φέρουλα, της Μπλάνκα και της Άλμπα που μένουν πιο έντονα χαραγμένα στη μνήμη.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

The Heidi Chronicles (1988) της Wendy Wasserstein


Ακόμα μία θεατρική συγγραφέας εξ Αμερικής που είναι άγνωστη σχετικά στην Ελλάδα - απ' όσο γνωρίζω, κανένα έργο της δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και ελάχιστα (και σίγουρα όχι τα διασημότερά της) έχουν ανέβει εδώ. Η σχετική "περιφρόνηση" της ελληνικής σκηνής ως προς σημαντικά αμερικανικά έργα των τελευταίων τριάντα ετών είναι, κατά κάποιο τρόπο, αναμενόμενη: πολλά από τα έργα αυτά είναι άμεσα συνυφασμένα με την αμερικανική εμπειρία και κοινωνία και άρα ίσως αρκετά "δύσκολα" να μεταφερθούν και να γίνουν κατανοητά στην πολύ διαφορετική ελληνική πραγματικότητα. Ωστόσο, κατ' εμέ, όταν έργα όπως το συγκεκριμένο της Wasserstein μένουν εκτός, τότε πρόκειται για μία αδικαιολόγητη παράλειψη.

Σε κάθε περίπτωση, το βραβευμένο με Πούλιτζερ έργο είναι, όπως δηλώνει και ο τίτλος του, ένα χρονικογράφημα του κεντρικού χαρακτήρα, της Χάιντι Χόλαντ, από τα μαθητικά της χρόνια στην Αμερική των μέσων της δεκαετίας του '60, μέχρι και την τωρινή (για τότε) εποχή, την Αμερική των τελών του '80. Ένα ταξίδι 20+ χρόνων για ένα συναρπαστικό χαρακτήρα - συναρπαστικό κυρίως επειδή, πέρα από όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και άλλες ανησυχίες της, η Χάιντι παραμένει ένας χαρακτήρας με ακαταμάχητα γήινη ποιότητα και αξιοπρέπεια, με όλες τις αδυναμίες, τους φόβους της και εν γένει την προσωπικότητά της άθικτη και αδιάσπαστη.

Ουσιαστικά, η Wasserstein καυτηριάζει και καταγγέλλει τη σταδιακή αποκαθήλωση και εγκατάλειψη του ιδεαλισμού των 60s, όπως αυτή κλιμακώνεται στα κυνικά Ριγκανικά και μετά-Ριγκανικά χρόνια του '80. Η αρχικά σκεπτικίστρια Χάιντι γίνεται εντέλει μία συνειδητοποιημένη, αλλά ουχί πορωμένη φεμινίστρια, προσπαθώντας να διατηρήσει μία ισορροπία στη ζωή, τη στιγμή που γύρω της, παρά τις βαρύγδουπες διακηρύξεις πως "θα αλλάξουμε τον κόσμο" ή "θα αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι σαν άνθρωποι", όλα καταρρέουν, εκφυλίζονται, αφομοιώνονται στο σύστημα. Οι πιο φανατικές φεμινίστριες-συνάδελφοι, η κολλητή της φίλη, όλες εξαφανίζονται στα γρανάζια του νεοπλουτισμού και της άνετης αστικής ζωής, τη στιγμή που η πιο μετριοπαθής φεμινίστρια Χάιντι μένει πιστή και συνεπής στα ιδανικά της. Προς το τέλος, βέβαια, ακόμα και η ίδια έχει αμφισβητήσει πολλά από τα πιστεύω της, ποτέ όμως η προσωπικότητά της δεν αλλοτριώνεται και δεν κλυδωνίζεται. Μόνοι της πραγματικοί συνοδοιπόροι σε αυτό το γλυκά μελαγχολικό ταξίδι ο καλύτερός της φίλος, Πίτερ και ο Σκούτερ, ο on/off εραστής της, οι δύο άντρες της ζωής της. Το ημιαυτοβιογραφικό έργο της Wasserstein ξεχειλίζει από την αλήθεια της ζωής και των εμπειριών της, και παρότι συγκινητικό, παραμένει πάντοτε διανθισμένο με τρυφερό χιούμορ, από την αρχή ως το τέλος.

The Waves (1931) της Virginia Woolf


Ελληνιστί: Τα Κύματα

Το πιο πειραματικό έργο στη βιβλιογραφία της Βιρτζίνια Γουλφ, τα "Κύματα", όπως υποδηλώνει και ο τίτλος τους, είναι ένα έργο που ρέει, παφλάζει, φουσκώνει και ανυψώνεται, τρικυμιάζει και γαληνεύει. Χωρίς κάποια συγκεκριμένη πλοκή ή άλλη μυθιστορηματική σύμβαση, το βιβλίο (που η Γουλφ αποκαλούσε το "θεατρικό-ποίημά" της) ακολουθεί έξι εσωτερικούς μονολόγους, τις εσωτερικές φωνές έξι ανθρώπων που γνωρίζονται μεταξύ τους, τις φωνές έξι ξεχωριστών ζωών, καθώς αυτές καλπάζουν, τρέχουν, κυματίζουν από τα πρώτα παιδικά τους χρόνια μέχρι την αρχή της τρίτης ηλικίας.

Δύσκολο αλλά πανέμορφο βιβλίο. Εδώ η Γουλφ βρίσκεται στην αποθέωση των λυρικών ξεσπασμάτων της, συνταιριάζοντας το φυσικό περιβάλλον με τους χαρακτήρες της, παραλληλίζοντας με εκατομμύρια ξεχωριστούς - και πάντα θαυμάσιους - τρόπους την ανθρώπινη ζωή, νόηση, σκέψη με τη φύση, τον κύκλο της ζωής, τον καλπασμό από τη νιότη προς την παρακμή και τον θάνατο με τον ίδιο τον κύκλο της φύσης, τα δέντρα, τους βλαστούς, τον αέρα, τα σύννεφα, τα κύματα. Οι φοβερές υπαρξιακές και εν γένει ανθρώπινες αλήθειες που αναδύονται μέσα από τις αεικίνητες, συνεχώς στροβιλιζόμενες, σαν τρεχούμενο, κελαρυστό νερό σκέψεις των έξι προσώπων σε καθηλώνουν με τη δύναμή τους. Όλες οι αγωνίες, του έρωτα, της επιτυχίας, της γήρανσης, της συνύπαρξης με τους ανθρώπους, οι ματαιότητες αποκρυσταλλώνονται περίφημα. Το πρώτο μισό του βιβλίου λάμπει από τη δροσιά και ελπίδα - ανάμεικτη με αγωνία για το μέλλον - των ηρώων, ενώ προς το τελευταίο κομμάτι επικρατεί μία διάθεση μελαγχολικής παραίτησης, αλλά και οριστικής συνειδητοποίησης κάποιων πραγμάτων - με άλλα λόγια, ό,τι επιφυλάσσει η ζωή για τους περισσότερους. Γιατί αυτό θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος του βιβλίου: "Η Ζωή".

(Υ.Γ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επισκόπηση που θέλει τις έξι φωνές-χαρακτήρες να αποτελούν στην ουσία διαφορετικές, συχνά αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητας της ίδιας της Γουλφ, γεγονός που φαντάζει αρκετά λογικό)

The Black Prince (1973) της Iris Murdoch


Ελληνιστί: Ο Μαύρος Πρίγκιπας

Υπόδειγμα μεταμοντέρνου βιβλίου - όπως διδάχθηκα και στο πανεπιστήμιο - ο "Μαύρος Πρίγκιπας" βρίθει μετα-αφηγηματικών (meta-narrative) και μετα-λοτεχνικών (meta-fictional) τεχνικών, από τα γεμάτα ειρωνεία εκδοτικά σημειώματα στην αρχή και postscript στο τέλος - όλα ευρήματα που μας εφιστούν την προσοχή στο ότι αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι ένα βιβλίο και όχι μία πραγματικότητα. Ένα λογοτεχνικό ανάλογο των μετα-φιλμικών πρακτικών που χρησιμοποιούσε στις ταινίες του ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ.

Διόλου τυχαία λοιπόν, το κύριο θέμα του βιβλίου είναι η λογοτεχνία, η σύγκρουση ή συνύπαρξη τέχνης και ζωής και που αμβλύνονται τα όρια μεταξύ των δύο, το γράψιμο, ο ρόλος του συγγραφέα, η έμπνευση. Σαν ένα ειρωνικό, αυτοσαρκαστικό alter ego της συγγραφέως, ο κύριος ήρωας, παλαίμαχος συγγραφέας Μπράντλεϊ, εγκλωβισμένος επί χρόνια σε ένα εφιαλτικό writer's block, περιφέρεται, προσπαθώντας να βρει λίγο χρόνο μακριά από όλους και όλα προκειμένου να γράψει αυτό που πιστεύει πως θα γίνει το magnum opus του. Όταν ο έρωτας χτυπά την πόρτα του αιφνίδια, ο Μπράντλεϊ νομίζει πως βρίσκει την πολυπόθητη έμπνευση. Είναι πραγματικά έρωτας ή απλά μία αυθυποβολή του Μπράντλεϊ; Η πραγματική ζωή ή η τέχνη έχουν προβάδισμα; Και τελικά έχει τίποτα από όλα αυτά σημασία;

Με τη δηλητηριώδη, εξαιρετικά διαυγή γραφή της, η Μέρντοκ περιγελά τους πάντες και τα πάντα και αποδεικνύει περίτρανα τον παραλογισμό των πάντων. Τίποτα δεν λαμβάνεται και δεν πρέπει να ληφθεί σοβαρά. Το κωμικό μετατρέπεται σε τραγικό και αντίστροφα με ανατριχιαστική ευκολία - ακόμα και το φαινομενικά μοιραίο ορισμένων εξελίξεων στην πλοκή δεν μπορεί, κατόπιν ανάγνωσης του βιβλίου, παρά να αποδοθεί στην τυχαιότητα του σύμπαντος, ασχέτως αν ο πάντα στομφώδης, πομπώδης Μπράντλεϊ βλέπει τον εαυτό του σαν τον ήρωα ενός σαιξπηρικού δράματος. Η Μέρντοκ αποδομεί κάθε "ιερή" και γεμάτη βαρύτητα πεποίθησή μας: για την σπουδαιότητα και αγνότητα του έρωτα (το βασικό ρομάντσο της ιστορίας είναι ένα αδέξιο, πρόσκαιρο, όχι ιδιαίτερα τρυφερό πάθος), τις βαρύγδουπες διακηρύξεις περί της σοβαρότητας της τέχνης, τη σημασία ή ασημαντότητα της νιότης και της ομορφιάς. Όλα αναμοχλεύονται στο καζάνι της ειρωνείας πάνω από το οποίο στέκεται σαν μάγισσα η Μέρντοκ. Και όλα αναδεικνύονται σαν ένα τραγικό, κακόγουστο ανέκδοτο: η ανθρώπινη φύση, τόσο αστεία επειδή είναι τόσο παράλογη και - οξύμωρο - απάνθρωπη, όπως προσωποποιείται στο νευρωτικό καστ διανοουμένων της ιστορίας, που μοιάζουν βγαλμένοι από ταινία του Γούντι Άλεν.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Mémoires d'une Jeune Fille Rangée (1958) της Simone de Beauvoir


Ελληνιστί: Οι Αναμνήσεις μιας Καθωσπρέπει Κόρης

Πρώτος τόμος των τεσσάρων συνολικά απομνημονευμάτων της διάσημης συγγραφέως και φιλοσόφου Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο οποίος, αν και πιθανώς υπολείπεται σε δύναμη και αξιοσημείωτα περιστατικά και χαρακτήρες σε σχέση με τους τόμους που ακολουθούν, εντούτοις διαβάζεται με ενδιαφέρον, ως μία εις βάθος διείσδυση στα παιδικά, εφηβικά και μετεφηβικά χρόνια της. Η φρεσκάδα και η ανεμελιά της νιότης και οι σκέψεις, άλλοτε εκπληκτικής αφέλειας και άλλοτε πρόωρης ωριμότητας, της Μποβουάρ δημιουργούν ένα ζωηρό χρονογράφημα, παρά την απουσία συνταρακτικών καταστάσεων (με μια-δυο εξαιρέσεις).

Ταυτόχρονα, βλέπει κανείς εν σπέρματι όλα τα συστατικά στοιχεία που αργότερα θα συνιστούσαν τη δημόσια και λογοτεχνική περσόνα της Μποβουάρ, από την υπαρξιακή αθεϊα της (που ξεκινάει με την επιφοίτησή της στα 12 της χρόνια), μέχρι τις κοινωνικοπολιτικές θέσεις της, που διαμορφώνονται σταδιακά από τα διαβάσματά της. Η Μποβουάρ προχωρά σε απαριθμήσεις πραγμάτων και προσώπων με διαύγεια και ενάργεια στο γράψιμό της, απαθανατίζοντας μία ήρεμη ζωή, κάτω από την επιφάνεια της οποίας όμως κοχλάζει η λαχτάρα και η διάθεση για κάτι διαφορετικό, ριζοσπαστικό, εκρηκτικό, προοικονομώντας έτσι όλες τις μεγάλες αλλαγές που θα αναπτύξουν οι επόμενοι τόμοι των απομνημονευμάτων της.

Cleansed (1998) της Sarah Kane


Ελληνιστί: Καθαροί Πια

Το τρίτο έργο από την αμφιλεγόμενη (αν και όχι τόσο πολύ πλέον) θεατρική συγγραφέα Σάρα Κέιν, που αναπτύσσει και εξέλισσει τις σταθερές εμμονές της: βία και έρωτας, η εξουσία σε διάφορες μορφές. Ένα έργο-κραυγή, εξίσου σπαρακτικό αλλά πιο ποιητικό και ονειρικό σε σχέση με το παρθενικό της έργο-κραυγή, το "Blasted". Εδώ, οι εικόνες ωμής, σχεδόν εξωπραγματικής βίας, ταπείνωσης και εκμηδενισμού του ατόμου εναλλάσσονται με ποιητικές εικόνες έρωτα. Μόνο που τα όρια μεταξύ των δύο - τι συνιστά τον έρωτα και τι τη βία και την ταπείνωση; - αμβλύνονται, θολώνουν, παύουν να ξεχωρίζουν με απόλυτη σαφήνεια καθώς προχωράει το έργο, κατά τον τυπικό τρόπο της Κέιν. Η τυραννία του έρωτα και η σημασία του ως την απόλυτη, χωρίς φραγμούς μορφή εξουσίας πάνω σε ένα ανθρώπινο πλάσμα αποτελεί την κύρια θεματική εδώ. Και διόλου τυχαία, η δράση τοποθετείται σε έναν ακαθόριστο χώρο, κάπου μεταξύ φυλακής και ψυχιατρείου, όπου δεσπόζει η σαδιστική, φασιστική, απατηλά πατερναλιστική μορφή ενός γιατρού-δεσμώτη.

Πρόκειται για το πιο λυρικό ίσως έργο της Κέιν (λυρικό φυσικά με έναν δικό της, κοφτό και αυτοπεριοριστικό, λακωνικό τρόπο). Πολύ δύσκολο έργο από θεατρικής άποψης, με σκηνές ανθολογίας, όπως ο αρουραίος που αρπάζει ένα κομμένο χέρι ή οι ασφόδελοι που αρχίζουν ξαφνικά, απροειδοποίητα, να φυτρώνουν, μετατρέποντας τη σκηνή σε ολάνθιστο λιβάδι. Θεωρώ πως είναι ίσως το πιο ώριμο έργο της Κέιν και σίγουρα το πιο ολοκληρωμένο. Είναι επίσης το τελευταίο της έργο με κάποια "πλοκή", αφού η δημιούργος εισήλθε κατόπιν στην πιο πειραματική της φάση, όπου εγκατέλειψε κάθε πρόσχημα πλοκής και αφοσιώθηκε σε μια πιο θραυσματική γραφή. Το "Καθαροί Πια" είναι η αποθέωση των εμμονών της με έναν ολοκληρωμένο τρόπο, μία κατακλείδα στο "θεάτρο πλοκής" της, μία κάθαρση και ανακούφιση ίσως για την ίδια, που ένιωσε κατόπιν ελεύθερη να καταδυθεί πλήρως στο υποσυνείδητο της για μία πλήρη απογύμνωση τόσο της ψυχής όσο και της γραφής της.