Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα English literature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα English literature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Blasted (1995) της Sarah Kane


Το σοκ που είχε προκαλέσει το συγκεκριμένο έργο όταν πρωτοανέβηκε δεκαέξι χρόνια πριν δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό. Πρόκειται για ένα έργο πρωτοφανούς βίας, λεκτικής και ακόμα περισσότερο σωματικής, έργο ωμό και σκληρό σε βαθμό απερίγραπτο και ίσως και ανεπανάληπτο. Βαδίζοντας από τη μια πάνω στην αγγλική θεατρική παράδοση της ωμότητας επί σκηνής (ορισμένα έργα του Σαίξπηρ, αλλά ακόμα περισσότερο τα αιμοσταγή, γεμάτα ακρωτηριασμούς και βίαιους φόνους έργα των συγχρόνων του κατά την ελισαβετιανή και ιακωβιανή εποχή) και από την άλλη έχοντας επιρροές από το θέατρου του Παραλόγου - όπως και στο θέατρο του Μπέκετ οι χαρακτήρες της είναι αποδιαρθρωμένοι και τεμαχισμένοι γλωσσικά, ανίκανοι να επικοινωνήσουν με ολόκληρες, απόλυτα ταιριαστές φράσεις - η Κέιν εγκαινίασε με αυτό το έργο μία ολόκληρη νέα σκηνή, το σπουδαιότερο πράγμα που βγήκε από το θέατρο των 90s: το διαβόητο In-Yer-Face-Theatre.

Η συγκεκριμένη θεατρική σχολή, που κυριότεροι εκφραστές του είναι η Κέιν και ο Μαρκ Ρέιβενχιλ, στοχεύει στο να κινητοποιήσει τον θεατή και να τον ταράξει, να τον συγκλονίσει, να κρατήσει το ενδιαφέρον του, με το να τον βομβαρδίσει με αλλεπάλληλες σκηνές βίας, όλων των ειδών, σκηνές ωμότητας, φρικαλεότητας, απανθρωπιάς. Κυριολεκτικά ένα θέατρο "μέσα στα μούτρα σου", όπου κανείς, ούτε και ο πιο απαθής και νυσταλέος, επαναπαυμένος θεατής, δεν μπορεί να ξεφύγει. Είναι ένα θέατρο τρομερά προκλητικό και επιτηδευμένα σοκαριστικό, που απαιτεί - και έχει πάντα - την προσοχή του θεατή. Ωστόσο, αυτή η προκλητικότητά του τροφοδότησε εύλογα και αρνητικές αντιδράσεις, αφού πολύ εξέλαβαν τη σκληρότητα των έργων της Κέιν σαν μία εφηβική προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή με φτηνά κόλπα, με ωμό σεξ και βία, προκειμένου να δημιουργήσει πάταγο. Όσοι το πίστεψαν αυτό, στην πορεία παραδέχτηκαν το λάθος τους και αναθεώρησαν. Γιατί το θέατρο της Κέιν δεν είναι "βία για τη βία". Τα έργα της έχουν μήνυμα βαθύ, που χτυπά κατευθείαν στην ψυχή. Και η βία, αν και πανταχού πληρούσα, δεν είναι ποτέ ωραιοποιημένη και καρτουνίστικη, όπως π.χ. στον κινηματογράφο, αλλά απογυμνωμένη, αφτιασίδωτη, δείχνοντας το πραγματικό, απωθητικό πρόσωπό της.

Η δράση του έργου αυτού - του παρθενικού για την Κέιν - εκτυλίσσεται σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου μένει ένα ζευγάρι εραστών. Αυτό που αρχικά μοιάζει με τυπικό δράμα δωματίου-χαρακτήρων, μετατρέπεται στην πορεία σε ένα έργο-βόμβα (κυριολεκτικά και μεταφορικά), με την Κέιν να κάνει μία συγκλονιστική κατάθεση γύρω από τη φύση της βίας και της εξουσίας, επηρεασμένη μάλιστα από τον τότε επίκαιρο πόλεμο της Βοσνίας. Οι ήρωες σταδιακά αποκτηνώνονται, αγριεύουν, χάνουν την αξιοπρέπεια, την ηθική ή σωματική ακεραιότητά τους, καταρρακώνονται, κατακερματίζονται σε μια πιο εφιαλτική εκδοχή της μπεκετικής αποδόμησης. Ένα έργο της αγριότητας, ένα έργο που κυριολεκτικά εκρήγνυται πάνω σου σαν βόμβα. Ένα έργο που άλλαξε τον ρου της σύγχρονης δραματουργίας. Το έργο που ταρακούνησε από τον λήθαργό του τον καλοβολεμένο, αποχαυνωμένο δυτικό κόσμο.

Great Expectations (1861) του Charles Dickens


Ελληνιστί: Μεγάλες Προσδοκίες

Είναι μερικά βιβλία για τα οποία πτοείσαι όταν πρέπει να γράψεις ακόμα έστω και δύο παραγράφους εντυπώσεων - βιβλία για τα οποία αναρωτιέσαι αν έχει καν νόημα να προσθέσεις τις μια-δυο ανούσιες σκέψεις σου, τη στιγμή που τόμοι ολόκληροι έχουν γραφτεί για αυτά και τα έχουν εξετάσει από κάθε πιθανή σκοπιά. Βιβλία όπως οι "Άθλιοι" του Ουγκό ή το παρόν μυθιστόρημα του Τσαρλς Ντίκενς. Ένα βιβλίο-κολοσσός, μυθικό σχεδόν, για τα οποία έχουν γραφτεί και λεχθεί τα πάντα, με αποτέλεσμα όταν καλείται κανείς να καταθέσει δυο σχετικά λόγια σε ένα blog, να αναρωτιέται εύλογα αν αξίζει καν να αγγίξει το θέμα ή αν πρέπει να προσπεράσει. Γιατί τι παραπάνω να πει κανείς για ένα χιλιομελετημένο, κλασικό, larger-than-life έργο σαν αυτό που να μην ακουστεί τετριμμένο, κλισέ, χιλιοειπωμένο, περιττό;

Ωστόσο, και πέφτοντας στην παγίδα να ακουστώ needlessy completist, στόχος αυτού του blog είναι να δίνει μία σύντομη εντύπωση έργων που διαβάζουμε εγώ και οι λοιποί συμμετέχοντες, χωρίς διακρίσεις σε σχέση με το είδος ή την ποιότητά τους. Το ενδιαφέρον άλλωστε έγκειται στο ότι δίπλα-δίπλα μπορεί να βρίσκονται αναρτήσεις για πολύ διαφορετικά πράγματα, από κλασικά έργα όπως η "Ιλιάδα", όπου επίσης διστάζει κανείς να τα προσεγγίσει από φόβο μήπως ακουστεί υπερβολικά ακαδημαϊκός και φορμαλιστικός, μέχρι αμφιλεγόμενα, σοκαριστικά για ορισμένους κείμενα όπως αυτά του ντε Σαντ, μέχρι και σύγχρονη "low" λογοτεχνία, παραφιλολογία είδους όπως τα αστυνομικά του Τζέιμς Πάτερσον. Θεωρώ πως κανένα έργο και κανείς συγγραφέας δεν αξίζει να περιφρονείται και να αποκλείεται από μία σύντομη αλλά ισότιμη πάντα προσέγγιση, για χάρη ενός ανόητου και άσκοπου ελιτισμού. Βγαίνω όμως εκτός θέματος και αυτή η ανάρτηση κινδυνεύει να ενδυθεί τη μορφή της έκθεσης ιδεών, το τελευταίο που θα ήθελα.

Οι "Μεγάλες Προσδοκίες" είναι απλά το απόλυτο coming-of-age story, ο ορισμός του coming-of-age. Το ημιαυτοβιογραφικό έργο του Ντίκενς εξετάζει τα παιδικά, εφηβικά και κατόπιν πρώτα νεανικά χρόνια του Φίλιπ Πίριπ ή αλλιώς Πιπ, μέχρι και τα εικοσιεπτά του χρόνια. Παρά την αθωότητα, τη δροσιά και τη νεανικότητα του πρώτου μισού ιδίως του βιβλίου, είναι ένα εξαιρετικά σκοτεινό μυθιστόρημα - η σκοτεινιά, άλλωστε, ανθρώπων και καταστάσεων, είναι ορατή σε πολλά έργα του μέγιστου συγγραφέα. Αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι ένα success story, για τον φτωχό Πιπ που ξεφεύγει από τη μοίρα της πενίας του και του ανοίγονται πόρτες στη μεγάλη πόλη, είναι στην πραγματικότητα ένα σκοτεινό χρονικό ενηλικίωσης, φιλοδοξίας και μάχης με τον αρνητικό εαυτό μας και τη διαφθορά - μία απόλυτα επίκαιρη ιστορία για τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο και τις κατεξοχήν πολύ μεγάλες, ενίοτε καταστροφικές προσδοκίες του. Το ταξίδι του Πιπ προς την ενηλικίωση περνάει μέσα από συχνά αντιπαθητικές ή εχθρικές φιγούρες - για εμένα το καλύτερο στοιχείο της ιστορίας - όλες τους αξέχαστες, από την γκροτέσκα Μις Χάβισαμ και την παγωμένη, ακατάδεκτη Εστέλα, μέχρι τον απειλητικό Όρλικ και τη νευρωτική αδελφή του Πιπ. Ταυτόχρονα, το βιβλίο περιέχει όλο τον γνωστό ντικενσιανό κοινωνικό σχολιασμό, αποκαλύπτοντας, ως κατεξοχήν ρεαλιστικό μυθιστόρημα, τη νέα ταξική και κοινωνική πραγματικότητα όπως διαμορφώνεται στην Αγγλία των 1860s. Ο Ντίκενς δεν προσφέρει εύκολες λύσεις, ούτε ηρωοποιεί τον συμπαθή Πιπ, χαρίζοντάς του αδυναμίες και διλήμματα, που τον καθιστούν έναν από τους πρώτους γνήσια ρεαλιστικούς, τρισδιάστατους πρωταγωνιστές της πεζογραφίας. Βιβλίο-σταθμός.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Tess of the d'Urbervilles (1891) του Thomas Hardy



Ελληνιστί: Τες ντ'Αρμπερβίλ

Το θέμα της ηθικής "πτώσης" μιας γυναίκας, του "ξεπεσμού" της, της απώλειας της αρετής της (δηλαδή της παρθενίας της εκτός γάμου) υπήρξε ιδιαίτερα προσφιλές στους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα, αλλά και παλαιότερα ακόμα. Βιβλία όπως η "Κλαρίσα" και "Πάμελα" του Σάμιουελ Ρίτσαρντσον ασχολούνται με το θέμα αυτό, τον αγώνα νεαρών κοριτσιών να κρατήσουν την τιμή τους την οποία απειλούν να σπιλώσουν διάφοροι επιτήδειοι δανδήδες-αποπλανητές. Η απειλή της σπίλωσης της παρθενικής τιμής φαίνεται να κρέμεται πάνω από όλα τα σημαντικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, όπως για παράδειγμα στο "Λογική και Ευαισθησία", όπου η Μάριαν κυριολεκτικά σώζεται από μία τέτοια "τραγωδία" την τελευταία στιγμή. Αντιστρόφως, ο δαιμονικός Μαρκήσιος ντε Σαντ έσπευσε να διαπαρωδήσει τέτοιες ιστορίες απώλειας παρθενικής "χάρης" με βιβλία όπως το σκανδαλιστικό "Ζυστίν", όπου η κεντρική ηρωίδα, με κωμικά σαδιστικό τρόπο, χάνει επανειλημμένα κάθε "τιμή" της μέσα από εξωπραγματικές καταστάσεις.

Το θέμα αυτό είναι και το κυρίαρχο στο μυθιστόρημα αυτό του Χάρντι, που φέρει μάλιστα τον υπότιτλο "Μια Αγνή Γυναίκα Παρουσιάζεται Πιστά", που εξιστορεί τις περιπέτειες της νεαρής, αφελούς, αθώας Τες που χάνει την τιμή της όταν βιάζεται από τον εργοδότη της, γεγονός που επισφραγίζει τη ζωή της κατά τρόπο τραγικό και μοιραίο, προκαλώντας μία σειρά από αλυσιδωτές καταστάσεις. Ο Χάρντι αντιμετωπίζει με τρυφερότητα, συμπόνοια και αγάπη τη βασανισμένη ηρωίδα του, ακόμα μία σε μία σειρά από παρομοίως βασανισμένες, εξαχρειωμένες φιγούρες της λογοτεχνίας. Ωστόσο, η Τες είναι ένα πλάσμα που ξεφεύγει κάπως από τις μοιρολατρικές, παθητικές φιγούρες των βεβηλωμένων δεσποσυνών. Σε καίρια σημεία του βιβλίου, η Τες παίρνει τη μοίρα της στα χέρια της και η περηφάνια της την ωθεί σε δραστικές αποφάσεις. Η προκλητικότητα του θέματος και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το υλικό του και την ηρωίδα του ο Χάρντι προκάλεσαν αντιδράσεις από τα συντηρητικά στρώματα της εποχής - πράγμα που συνέβη με αρκετά μυθιστορήματα του συγγραφέα. Η υπέροχη, λυρική γλώσσα του Χάρντι ανυψώνει την ιστορία, που ακολουθεί την πλοκή αρχαίας τραγωδίας - μόνο που το σκηνικό εδώ είναι τα καταπράσινα δάση του Ουέσεξ.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

The Snow Tiger (1975) του Desmond Bagley


Ελληνιστί: Η Χιονοστιβάδα

Οι ιστορίες καταστροφής με γοήτευαν από παιδί, όπως και πολλούς άλλους άνθρωπους. Σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί, οι απεικονίσεις συλλογικού ολέθρου σε μυθοπλαστικές αφηγήσεις πάντοτε φαίνεται να ασκούν μία νοσηρή γοητεία σε μία μεγάλη μερίδα των ανθρώπων, ίσως επειδή ξορκίζουν επιτυχώς τους μύχιους φόβους μας για τέτοιες καταστάσεις. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και "Η Χιονοστιβάδα", εν μέρει δικαστικό δράμα και εν μέρει flashback αφήγηση που ξεδιπλώνει το χρονικό της πτώσης μιας καταστροφικής χιονοστιβάδας σε μια μικρή πόλη της Νέας Ζηλανδίας.

Η αγωνία για την έλευση του μοιραίου και αναπόφευκτου ολέθρου που θα ισοπεδώσει τη μικρή πόλη εντείνονται σταδιακά καθώς το flashback προχωράει και οδηγούμαστε στη στιγμή-μηδέν της καταστροφής. Η στιγμή που η χιονοστιβάδα πλήττει την πόλη, με την αφήγηση να ακολουθεί τους διαφορετικούς χαρακτήρες στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν (ή στους τραγικούς και συχνά μακάβριους θανάτους τους), καθώς και η προσπάθεια διάσωσης των επιζώντων που ακολουθεί είναι τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου, όπου ο αγώνας για ζωή και η φρίκη μπροστά στην άλογη, άνευ ορίων δύναμη της φύσης προκαλεί δέος.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Deathripping: The Cinema of Transgression (1995) του Jack Sargeant



Το σχετικά άγνωστο στην Ελλάδα, νεοϋορκέζικο κινηματογραφικό κίνημα Cinema of Transgression (Σινεμά της Παραβατικότητας) εξετάζει το συγκεκριμένο βιβλίο, μέσα από μία σειρά από διεισδυτικές και ενδελεχείς αναλύσεις, συνεντεύξεις, ακόμα και δοκίμια. Επίγονος, κατά κάποιο τρόπο, του επίσης νεοϋορκέζικου και επίσης underground σινεμά των Άντι Γουόρχολ-Πολ Μόρισεϊ, που έδρασε στα τέλη του '60 και αρχές του '70 και που έσπευσε, πρώτο, να παρουσιάσει στο πανί απαγορευμένα θέματα, έτσι και το Cinema of Transgression, που αναπτύχθηκε κυρίως κατά τη δεκαετία του' 80, στοχεύει στο να ταρακουνήσει τον θεατή, με θεματολογία ωμή, προκλητική, επιθετική, στοχευμένα αμφιλεγόμενη, με έμφαση στη βία και στο σεξ στις "αποκκλίνουσες" μορφές του.

Ο Sargeant έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Έχοντας δει ορισμένες από τις υπό συζήτηση ταινίες, τολμώ να πω πως τα κείμενα του Sargeant πάνω σε αυτές και οι θεωρητικές προσεγγίσεις του είναι συχνά πιο ενδιαφέροντα από το ίδιο το υπό ανάλυση υλικό. Πέραν κάποιων σποραδικών προσπαθειών για άντληση θεωρητικών εργαλείων από μεταστρουκτουραλιστές-μεταμοντέρνους φιλοσόφους όπως οι Φουκό-Λακάν, ο Sargeant μένει, ευτυχώς, μακριά από τα δαιδαλώδη και νεφελώδη μονοπάτια της σύγχρονης γαλλικής σχολής και αντ' αυτού παραδίδει κείμενα απολαυστικά, γλαφυρά, εξαιρετικά καλογραμμένα, με μία τάση βέβαια overreading του υλικού, εντοπίζοντας θαυμάσιες σημειολογικές αναφορές που ίσως ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί των ταινιών να μην προόριζαν για το έργο τους! Εκτός από τις θαυμάσιες αναλύσεις του Sargeant, το βιβλίο έχει δύο ακόμα τεράστια ατού: τις "έξω από τα δόντια" συνεντεύξεις που ο δημοσιογράφος κατάφερε να αποσπάσει από όλους τους κύριους εκφραστές του κινήματος - οι περισσότεροι στα μαχαίρια μεταξύ τους! - και, κυρίως, το πλούσιο, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, publicity shots και stills από τις ταινίες που από μόνο του ολοκληρώνει και απογειώνει την εμπειρία ανάγνωσης του βιβλίου. Σπάνια ένα βιβλίο κινηματογραφικής ανάλυσης λειτουργεί σε τόσο ολοκληρωμένο επίπεδο. Κυριολεκτικά σε κάνει να ερωτευθείς το Cinema of Transgression και να μυηθείς στα μυστήριά του. (Παρεμπιπτόντως, έχουν κυκλοφορήσει δύο αναθεωρημένες εκδόσεις του βιβλίου, το 2000 και 2007).

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

The Turn of the Screw (1898) του Henry James


Ελληνιστί: Το Στρίψιμο της Βίδας

Η διάσημη νουβέλα του Χένρι Τζέιμς δεν είναι μία τυπική "γοτθική ιστορία". Από τα πιο αινιγματικά βιβλία που γράφτηκαν ποτέ, το "Στρίψιμο της Βίδας" είναι σαν ένα καλά κρυμμένο μυστικό, που θάβει μέσα του την αλήθειά του και χαίρεται με το αίνιγμα που αποτελεί. Είναι μία ιστορία φαντασμάτων; Είναι μία ιστορία παράνοιας; Είναι ένα κοινωνιολογικό και ψυχογραφικό πορτρέτο; Ποιοι τρόμοι είναι οι πιο αληθινοί, απτοί και έντονοι, οι τρόμοι που προέρχονται από έξω ή αυτοί που προέρχονται από μέσα μας, οι υπαρξιακοί τρόμοι των οποίων η φρίκη δεν συγκρίνεται σε ένταση και δριμύτητα με οτιδήποτε άλλο;

Πραγματικά, θα χαρακτήριζα τη νουβέλα του Τζέιμς ως ένα έργο υπαρξιακού, εσωτερικού τρόμου περισσότερο από κάτι άλλο. Ο τίτλος του υποδηλώνει ένα πολλαπλώς επιτελούμενο "στρίψιμο". Είναι η διαστροφή της φυσικής ζωής, στην οποία παρεμβάλλονται, ως εκτρώματα, και διαταράσσουν την ομαλή ροή της, μία σειρά από οπτασίες. Είναι το στρίψιμο του εγκεφάλου, το στρίψιμο του μυαλού, καθώς έρχεται αντιμέτωπο με τα αφύσικα γεγονότα - ή με τον ίδιο του τον εαυτό του. Είναι η διαστρέβλωση της ψυχής και της ηθικής, όταν δύο μικρά παιδιά διαφθείρονται με έναν ακαθόριστο τρόπο. Εντέλει, είναι το στρίψιμο που πραγματοποιείται όταν το αφύσικο, με κάποιον τρόπο, εισχωρεί στο "φυσιολογικό" και το απορρυθμίζει, το επικαλύπτει. Παρά τις γοτθικές καταβολές του, το "Στρίψιμο της Βίδας" υπερσκελίζει τις συμβάσεις και την προβλεψιμότητα του γοτθικού μυθιστορήματος και άδει τον τρόμο της ανθρώπινης ψυχής, όπως μας τον μεταφέρει η συγκινησιακά και συνειδησιακά φορτισμένη αφήγηση της κεντρικής ηρωίδας. Ένα βιβλίο που στρίβει γύρω από τον εαυτό του και στρίβει στη γωνία, καθώς αναδιπλώνεται στο μυστήριό του.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

The Waves (1931) της Virginia Woolf


Ελληνιστί: Τα Κύματα

Το πιο πειραματικό έργο στη βιβλιογραφία της Βιρτζίνια Γουλφ, τα "Κύματα", όπως υποδηλώνει και ο τίτλος τους, είναι ένα έργο που ρέει, παφλάζει, φουσκώνει και ανυψώνεται, τρικυμιάζει και γαληνεύει. Χωρίς κάποια συγκεκριμένη πλοκή ή άλλη μυθιστορηματική σύμβαση, το βιβλίο (που η Γουλφ αποκαλούσε το "θεατρικό-ποίημά" της) ακολουθεί έξι εσωτερικούς μονολόγους, τις εσωτερικές φωνές έξι ανθρώπων που γνωρίζονται μεταξύ τους, τις φωνές έξι ξεχωριστών ζωών, καθώς αυτές καλπάζουν, τρέχουν, κυματίζουν από τα πρώτα παιδικά τους χρόνια μέχρι την αρχή της τρίτης ηλικίας.

Δύσκολο αλλά πανέμορφο βιβλίο. Εδώ η Γουλφ βρίσκεται στην αποθέωση των λυρικών ξεσπασμάτων της, συνταιριάζοντας το φυσικό περιβάλλον με τους χαρακτήρες της, παραλληλίζοντας με εκατομμύρια ξεχωριστούς - και πάντα θαυμάσιους - τρόπους την ανθρώπινη ζωή, νόηση, σκέψη με τη φύση, τον κύκλο της ζωής, τον καλπασμό από τη νιότη προς την παρακμή και τον θάνατο με τον ίδιο τον κύκλο της φύσης, τα δέντρα, τους βλαστούς, τον αέρα, τα σύννεφα, τα κύματα. Οι φοβερές υπαρξιακές και εν γένει ανθρώπινες αλήθειες που αναδύονται μέσα από τις αεικίνητες, συνεχώς στροβιλιζόμενες, σαν τρεχούμενο, κελαρυστό νερό σκέψεις των έξι προσώπων σε καθηλώνουν με τη δύναμή τους. Όλες οι αγωνίες, του έρωτα, της επιτυχίας, της γήρανσης, της συνύπαρξης με τους ανθρώπους, οι ματαιότητες αποκρυσταλλώνονται περίφημα. Το πρώτο μισό του βιβλίου λάμπει από τη δροσιά και ελπίδα - ανάμεικτη με αγωνία για το μέλλον - των ηρώων, ενώ προς το τελευταίο κομμάτι επικρατεί μία διάθεση μελαγχολικής παραίτησης, αλλά και οριστικής συνειδητοποίησης κάποιων πραγμάτων - με άλλα λόγια, ό,τι επιφυλάσσει η ζωή για τους περισσότερους. Γιατί αυτό θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος του βιβλίου: "Η Ζωή".

(Υ.Γ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επισκόπηση που θέλει τις έξι φωνές-χαρακτήρες να αποτελούν στην ουσία διαφορετικές, συχνά αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητας της ίδιας της Γουλφ, γεγονός που φαντάζει αρκετά λογικό)

The Black Prince (1973) της Iris Murdoch


Ελληνιστί: Ο Μαύρος Πρίγκιπας

Υπόδειγμα μεταμοντέρνου βιβλίου - όπως διδάχθηκα και στο πανεπιστήμιο - ο "Μαύρος Πρίγκιπας" βρίθει μετα-αφηγηματικών (meta-narrative) και μετα-λοτεχνικών (meta-fictional) τεχνικών, από τα γεμάτα ειρωνεία εκδοτικά σημειώματα στην αρχή και postscript στο τέλος - όλα ευρήματα που μας εφιστούν την προσοχή στο ότι αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι ένα βιβλίο και όχι μία πραγματικότητα. Ένα λογοτεχνικό ανάλογο των μετα-φιλμικών πρακτικών που χρησιμοποιούσε στις ταινίες του ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ.

Διόλου τυχαία λοιπόν, το κύριο θέμα του βιβλίου είναι η λογοτεχνία, η σύγκρουση ή συνύπαρξη τέχνης και ζωής και που αμβλύνονται τα όρια μεταξύ των δύο, το γράψιμο, ο ρόλος του συγγραφέα, η έμπνευση. Σαν ένα ειρωνικό, αυτοσαρκαστικό alter ego της συγγραφέως, ο κύριος ήρωας, παλαίμαχος συγγραφέας Μπράντλεϊ, εγκλωβισμένος επί χρόνια σε ένα εφιαλτικό writer's block, περιφέρεται, προσπαθώντας να βρει λίγο χρόνο μακριά από όλους και όλα προκειμένου να γράψει αυτό που πιστεύει πως θα γίνει το magnum opus του. Όταν ο έρωτας χτυπά την πόρτα του αιφνίδια, ο Μπράντλεϊ νομίζει πως βρίσκει την πολυπόθητη έμπνευση. Είναι πραγματικά έρωτας ή απλά μία αυθυποβολή του Μπράντλεϊ; Η πραγματική ζωή ή η τέχνη έχουν προβάδισμα; Και τελικά έχει τίποτα από όλα αυτά σημασία;

Με τη δηλητηριώδη, εξαιρετικά διαυγή γραφή της, η Μέρντοκ περιγελά τους πάντες και τα πάντα και αποδεικνύει περίτρανα τον παραλογισμό των πάντων. Τίποτα δεν λαμβάνεται και δεν πρέπει να ληφθεί σοβαρά. Το κωμικό μετατρέπεται σε τραγικό και αντίστροφα με ανατριχιαστική ευκολία - ακόμα και το φαινομενικά μοιραίο ορισμένων εξελίξεων στην πλοκή δεν μπορεί, κατόπιν ανάγνωσης του βιβλίου, παρά να αποδοθεί στην τυχαιότητα του σύμπαντος, ασχέτως αν ο πάντα στομφώδης, πομπώδης Μπράντλεϊ βλέπει τον εαυτό του σαν τον ήρωα ενός σαιξπηρικού δράματος. Η Μέρντοκ αποδομεί κάθε "ιερή" και γεμάτη βαρύτητα πεποίθησή μας: για την σπουδαιότητα και αγνότητα του έρωτα (το βασικό ρομάντσο της ιστορίας είναι ένα αδέξιο, πρόσκαιρο, όχι ιδιαίτερα τρυφερό πάθος), τις βαρύγδουπες διακηρύξεις περί της σοβαρότητας της τέχνης, τη σημασία ή ασημαντότητα της νιότης και της ομορφιάς. Όλα αναμοχλεύονται στο καζάνι της ειρωνείας πάνω από το οποίο στέκεται σαν μάγισσα η Μέρντοκ. Και όλα αναδεικνύονται σαν ένα τραγικό, κακόγουστο ανέκδοτο: η ανθρώπινη φύση, τόσο αστεία επειδή είναι τόσο παράλογη και - οξύμωρο - απάνθρωπη, όπως προσωποποιείται στο νευρωτικό καστ διανοουμένων της ιστορίας, που μοιάζουν βγαλμένοι από ταινία του Γούντι Άλεν.

Daisy Miller (1878) του Henry James


Ο 19ος αιώνας υπήρξε καθοριστικός στη λογοτεχνία για μία σειρά από λόγους. Δύο από αυτούς ήταν 1) η εμφάνιση της ρεαλιστικής λογοτεχνίας και 2) η ανάπτυξη και εμβάθυνση σε γυναικείους χαρακτήρες, ιδίως υπό το πρίσμα του ρεαλισμού. Η έμφαση στο άτομο, στην εξατομικευμένη προσωπικότητα, στη ρεαλιστική αποτύπωση μίας ανθρώπινης ζωής είναι εμφανή από το γεγονός ότι πολλά από τα κλασικότερα, διασημότερα μυθιστορήματα του αιώνα είχαν ονοματεπώνυμα, ονόματα ή επώνυμα για τίτλους: Όλιβερ Τουίστ, Μαντάμ Μποβαρύ, Ευγενία Γκραντέ, Ντέιβιντ Κόπερφιλντ και πολλά άλλα.

Στην κατηγορία αυτή ανήκει και αυτή η νουβέλα του Χένρι Τζέιμς, στην οποία ωστόσο δεν εξερευνάται μία ολόκληρη ζωή, και επίσης δεν παρουσιάζεται η οπτική γωνία του χαρακτήρα του τίτλου. Σαν εξωτερικός παρατηρητής, ο Τζέιμς καταγράφει, χωρίς να κρίνει, τη συμπεριφορά της Ντέιζι, αποκαλύπτοντας συγχρόνως τις τάσεις και τις σκέψεις που έχουν για αυτήν ο περίγυρός της. Η σημαντικότερη θεματική είναι η σύγκρουση μεταξύ του αμερικανού και ευρωπαϊκού πολιτισμού - μοτίβο που διατρέχει την εργογραφία του Τζέιμς -, η σύγκρουση μεταξύ της κάπως άγριας φρεσκάδας και συχνά επιπολαιότητας του Νέου Κόσμου, όπως προσωποποιείται στην Ντέιζι, και του αποστειρωμένου, παρακμάζοντος, ασθμάζοντος, πνιγηρού Παλαιού Κόσμου, της Ευρώπης των αυστηρών συμβάσεων και της έλλειψης κοινωνικής (και γενικότερης) κινητικότητας. Ακόμα ένα βιβλίο, λοιπόν, που αποκαλύπτει την ασφυκτική κοινωνική θέση της γυναίκας εποχή εκείνη και αποτελεί ένα έξοχο ντοκουμέντο για τα ήθη και έθιμα στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Έργο σκανδαλώδες στην εποχή του, αφού δίχασε κοινό και κριτικούς, με ορισμένους να υπερασπίζονται και άλλους να καταγγέλουν τη φαινομενικά αψυχολόγητη, κατ' άλλους απαράδεκτη, Ντέιζι, ενός αθώου, ελαφρού κοριτσιού, που αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και συμπεριφέρεται με ελευθερία αταίριαστη για την εποχή της, επιδεικνύοντας μία δροσερή "αμερικανικότητα" που μεταφράζεται σε έλλειψη κοινωνικού "αλφαβητισμού".

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

A Long Way Down (2005) του Nick Hornby


Ελληνιστί: Η Κάθοδος των Τεσσάρων

Το θέμα της αυτοκτονίας πραγματεύεται το μυθιστόρημα του Χόρνμπι - με κωμικό όμως, και όχι δραματικό τρόπο. Αν και το βιβλίο δεν φείδεται δραματικών στοιχείων - οι τρεις από τους τέσσερις πρωταγωνιστές-επίδοξους αυτόχειρες βιώνουν από δύσκολες έως ανυπόφορες καταστάσεις - τον τόνο εδώ δίνει το χιούμορ. Πρόκειται για μία απολαυστική μαύρη κωμωδία, που υπονομεύει τα πάντα, ακόμα και το ζήτημα της αυτοκτονίας, για να καταλήξει όμως, παρά τον κοροϊδευτικό τόνο της, σε ένα ανέλπιστα αισιόδοξο, αλλά όχι γλυκερό, μήνυμα.

Το μεγάλο ατού του βιβλίου είναι η συνεχής εναλλαγή στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση μεταξύ των τεσσάρων πρωταγωνιστών, που κρατάει το ενδιαφέρον και τη φρεσκάδα του βιβλίου. Ομολογουμένως μου αρέσουν βιβλία με αφηγηματικές εναλλαγές (ορισμένα άλλα μυθιστορήματα με πολλαπλούς αφηγητές που μου έρχονται στο μυαλό είναι το "Rules of Attraction" του Bret Easton Ellis και το "Generation A" του Douglas Coupland. Οι τέσσερις αφηγητές σκιαγραφούνται με ισόποσες δόσεις υπερβολής και ρεαλισμού, ενώ το βιβλίο είναι διανθισμένο με άφθονες πολιτισμικές αναφορές (βιβλία, μουσική κλπ.), πράγμα τυπικό στην πρόζα του Χόρνμπι.

Cleansed (1998) της Sarah Kane


Ελληνιστί: Καθαροί Πια

Το τρίτο έργο από την αμφιλεγόμενη (αν και όχι τόσο πολύ πλέον) θεατρική συγγραφέα Σάρα Κέιν, που αναπτύσσει και εξέλισσει τις σταθερές εμμονές της: βία και έρωτας, η εξουσία σε διάφορες μορφές. Ένα έργο-κραυγή, εξίσου σπαρακτικό αλλά πιο ποιητικό και ονειρικό σε σχέση με το παρθενικό της έργο-κραυγή, το "Blasted". Εδώ, οι εικόνες ωμής, σχεδόν εξωπραγματικής βίας, ταπείνωσης και εκμηδενισμού του ατόμου εναλλάσσονται με ποιητικές εικόνες έρωτα. Μόνο που τα όρια μεταξύ των δύο - τι συνιστά τον έρωτα και τι τη βία και την ταπείνωση; - αμβλύνονται, θολώνουν, παύουν να ξεχωρίζουν με απόλυτη σαφήνεια καθώς προχωράει το έργο, κατά τον τυπικό τρόπο της Κέιν. Η τυραννία του έρωτα και η σημασία του ως την απόλυτη, χωρίς φραγμούς μορφή εξουσίας πάνω σε ένα ανθρώπινο πλάσμα αποτελεί την κύρια θεματική εδώ. Και διόλου τυχαία, η δράση τοποθετείται σε έναν ακαθόριστο χώρο, κάπου μεταξύ φυλακής και ψυχιατρείου, όπου δεσπόζει η σαδιστική, φασιστική, απατηλά πατερναλιστική μορφή ενός γιατρού-δεσμώτη.

Πρόκειται για το πιο λυρικό ίσως έργο της Κέιν (λυρικό φυσικά με έναν δικό της, κοφτό και αυτοπεριοριστικό, λακωνικό τρόπο). Πολύ δύσκολο έργο από θεατρικής άποψης, με σκηνές ανθολογίας, όπως ο αρουραίος που αρπάζει ένα κομμένο χέρι ή οι ασφόδελοι που αρχίζουν ξαφνικά, απροειδοποίητα, να φυτρώνουν, μετατρέποντας τη σκηνή σε ολάνθιστο λιβάδι. Θεωρώ πως είναι ίσως το πιο ώριμο έργο της Κέιν και σίγουρα το πιο ολοκληρωμένο. Είναι επίσης το τελευταίο της έργο με κάποια "πλοκή", αφού η δημιούργος εισήλθε κατόπιν στην πιο πειραματική της φάση, όπου εγκατέλειψε κάθε πρόσχημα πλοκής και αφοσιώθηκε σε μια πιο θραυσματική γραφή. Το "Καθαροί Πια" είναι η αποθέωση των εμμονών της με έναν ολοκληρωμένο τρόπο, μία κατακλείδα στο "θεάτρο πλοκής" της, μία κάθαρση και ανακούφιση ίσως για την ίδια, που ένιωσε κατόπιν ελεύθερη να καταδυθεί πλήρως στο υποσυνείδητο της για μία πλήρη απογύμνωση τόσο της ψυχής όσο και της γραφής της.